ΕΝΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ)

Σε συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 16.5.1997, στην Αθήνα, ο Πρόεδρος της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ κ. Massimo Giudici παρουσίασε ένα ερευνητικό πρόγραμμα με την ονομασία Πρόγραμμα ΗΡΑΚΛΗΣ, που το αποφάσισε το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας πριν από έναν χρόνο, και αφορά σε μελέτες ανάπλασης πέντε αστικών περιοχών στην Ελλάδα. Καθεμιά από αυτές τις

περιοχές ανατέθηκε για μελέτη σ έναν λληνα και σ έναν Ιταλό αρχιτέκτονα, έτσι ώστε να υπάρξει μια διαλεκτική αντιπαράθεση στα πλαίσια της συνεργασίας. Δέκα επιφανείς αρχιτέκτονες-πολεοδόμοι, Ελληνες και Ιταλοί, μελέτησαν μέσα από σύγχρονα πολεοδομικά σχέδια την ιδιαιτερότητα της ελληνικής πόλης, στοχεύοντας σε έναν ολοκληρωμένο εκσυγχρονισμό και λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική μνήμη του τόπου και το χαρακτήρα του κοινωνικού περίγυρου.

Οι 10 ομάδες αποτελούνται από τους:

Σουζάνα και Δημήτρη Αντωνακάκη Giorgio Grassi για την περιοχή των Σιδηροδρομικών Σταθμών Λαρίσης και Πελοποννήσου, στην Αθήνα, Νίκο Φιντικάκη Cesare Macchi Cassia για την περιοχή του Ιπποδρόμου, στον Φαληρικό ορμο, Κώστα Μωρατη και Ομάδα αρσις Antonio Monestiroli

για την περιοχή της κεντρικής παραλιακής ζώνης, στην Πάτρα, Γιάννη Κούκη Franco Purini

για την κεντρική περιοχή της πόλης και τμήμα του λιμένα, στο Βόλο, Δημήτρη Φιλιππίδη και Γιάννη Κίζη Stefano Boeri και Cino Zucchi για την περιοχή της Επάνω Σκάλας, στη Μυτιλήνη.

Συντονιστές του Προγράμματος ΗΡΑΚΛΗΣ ήταν οι καθηγητές Cesare Macchi Cassia, της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πολυτεχνείου του Μιλάνου, και Δημήτρης N. Καρύδης, του

Τμήματος Αρχιτεκτόνων του E.M.Π. Το ολοκληρωμένο πλέον Πρόγραμμα παρουσιάστηκε σε κθεση, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν την Παρασκευή 23 Μαου 1997 στο Εθνικό δρυμα Ερευνών,

ενώ τα αποτελέσματά του συζητήθηκαν στη διάρκεια ενός Διεθνούς Συνεδρίου που έγινε στις 30 και 31 Μαου 1997, επίσης στο Εθνικό ίδρυμα Ερευνών. Σε αυτό συμμετείχαν εκπρόσωποι της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής, και διαπρεπείς αρχιτέκτονες-πολεοδόμοι, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Στην πρώτη ενότητα, το συνέδριο έδωσε την ευκαιρία στους αρχιτέκτονες να παρουσιάσουν τις μελέτες τους μπροστά στους εκλεγμένους αντιπροσώπους των ενδιαφερόμενων δήμων. Στη δεύτερη Αστικός σχεδιασμός και σύγχρονοι μετασχηματισμοί περιοχών στην Ευρώπη της δεκαετίας του 90, εμπειρογνώμονες των αστικών ζητημάτων προσπάθησαν να προσφέρουν το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, αλλά και σχεδιαστικό πλαίσιο στο οποίο εγγράφονται οι διάφορες επεμβάσεις που γίνονται στις ευρωπαϊκές πόλεις. Στην τρίτη ενότητα, Οικονομικοί πόροι και κοινωνία στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της ελληνικής πόλης, η συζήτηση μεταξύ των Ελλήνων εμπειρογνωμόνων κατέγραψε τις εξέχουσες ιδιομορφίες ή τους λόγους που οδηγούν στην αδυναμία επεμβάσεων αστικής ανάπλασης, ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η συζήτηση στρογγυλής τράπεζας Προβλήματα και προοπτικές μετασχηματισμού της ελληνικής πόλης, με εκπροσώπους από τον κόσμο της βιομηχανίας, τους φορείς των τεχνικών, της οικονομίας και του πολιτισμού, στην οποία συμμετείχε και ο Πρόεδρος του TEE, Κώστας Λιάσκας. Αναφερόμενος στους στόχους του Προγράμματος ΗΡΑΚΛΗΣ ο

Πρόεδρος του ΔΣ της Εταιρείας, κ. Massimo Giudici, σημείωνε ότι:

H ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ, η οποία, με το προϊόν που παράγει, το τσιμέντο, υπήρξε εκ των πραγμάτων ένας από τους σημαντικότερους συντελεστές της υλικής οικοδόμησης της σύγχρονης ελληνικής πόλης, έχει επίγνωση των προβλημάτων που η ανάπτυξη των αστικών κέντρων επέφερε στην ποιότητα του περιβάλλοντος, στην ταυτότητα και στην εικόνα τους. H επίγνωση αυτής της σύμπραξης γέννησε την επιθυμία μας να συνεισφέρουμε στη διεξαγόμενη συζήτηση γύρω από την αναγκαιότητα προσαρμογής της ελληνικής πόλης, που προήλθε από την άτακτη ανάπτυξη της τελευταίας τριακονταετίας, στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, στα πρόθυρα του 2000. Πολεοδομικός σχεδιασμός, λοιπόν, αλλά μέσα από την οπτική της αναζήτησης του ιστορικού παρελθόντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η σύγχρονη πολεοδομική πραγματικότητα. Το έργο που έφεραν σε πέρας οι συντελεστές του Προγράμματος, είναι πολύ υψηλού επαγγελματικού και πολιτιστικού επιπέδου. Τα αποτελέσματά του θα προσφερθούν στις Τοπικές Αυτοδιοικήσεις και στις άλλες Αρχές, μέσα από μια ειδική

έκδοση και, ενδεχομένως, με ειδικές Εκθέσεις...Επιστρέφοντας στις μελέτες του Προγράμματος, αν σταματήσουμε σ ένα θέμα, στη διαπραγμάτευση του αστικού τοπίου, και με δεδομένη τη διαφορά μεταξύ λατινικής και ελληνικής παράδοσης της πόλης, μπορούμε να διακρίνουμε σε κάθε περίπτωση, διαφορετικές, συχνά αντιθετικές λογικές:

Στην Πάτρα, απέναντι σε μια υπερσυγκέντρωση δραστηριοτήτων, που μετατρέπει ριζικά την πρόσληψη της πόλης από τη θάλασσα (Μωρατης), έχουμε μια μετάλλαξη που αποδίδει στο μέτωπο μια σχέση αναψυχής με τη θάλασσα, μέσα από τη δημιουργία δημόσιου χώρου και τον περιορισμό του χώρου όρμισης των πλοίων (Monestiroli).Στον Βόλο, σε αντίθεση με τη διατήρηση του κάπως άτακτου λιμενικού τοπίου, με μοναδική νέα παρουσία αυτήν του πολυδύναμου εκθεσιακού κέντρου (Thermes/Purini), έχουμε ένα πληθωρικό πρόγραμμα, που προβάλλει πάνω στη θάλασσα σχεδόν μια νέα πόλη στη θέση της συνοικίας των Παλιών (Κούκης).Στην Αθήνα, στην περιοχή των Σταθμών, απέναντι σε μια λογική πύκνωσης του προγράμματος, που χαρακτηρίζεται από έναν

υψηλό βαθμό επεξεργασίας αρχιτεκτονικών στοιχείων (Σ. και Δ. Αντωνακάκη), έχουμε τη λογική της αποφόρτισης μιας ασύνδετης αστικοποίησης, μέσα από μια αυστηρή, τυπολογικής προέλευσης, αρχιτεκτονική επεξεργασία (Grassi).

Στην Αθήνα, στην περιοχή του Φαληρικού ρμου, και οι δύο μελέτες προτείνουν την επανάκτηση της πρόσοψης της πόλης πάνω στη θάλασσα. Διαφορετική είναι ωστόσο η πολεοδομική και αρχιτεκτονική επεξεργασία της προτεινόμενης μητροπολιτικής ζώνης (ο συνδυασμός σχεδόν όλων των αστικών λειτουργιών σε ένα νέο αστικό μέτωπο, στην πρόταση Macchi Cassia, και η επιμονή σε ορισμένες μόνο θεματικά πάρκα, στην πρόταση Φιντικάκη).

Τέλος, στην Μυτιλήνη, σε αντίθεση με μια λογική αναστήλωσης και αρχαιολογικής αποδόμησης της πόλης (Φιλιππίδης / Κίζης), έχουμε μια λογική σημειακής ανάπλασης που αναβαθμίζουν δίχως να διαταράσσουν τον υφιστάμενο ιστό (Boeri / Zucchi).Παρ όλα αυτά, βλέπουμε ότι οι σχεδιαστικές υπερβάσεις, το τίναγμα ορισμένων μελετών κυρίως των Ελλήνων μελετητών δεν ανταποκρίνεται σε εφικτές επεμβάσεις, καθότι, εκ προοιμίου, κινούνται σ ένα πειραματικό επίπεδο. Από την άλλη, ορισμένες μελέτες κυρίως των Ιταλών μελετητών αν και συνεπείς ως προς τη σχεδιαστική φιλοσοφία τους, προσκρούουν σε μιαν αδυναμία υποδοχής, που οφείλεται στον τρόπο οικοδόμησης της ελληνικής πόλης. Συνεπώς, οι επεμβάσεις που κρατήθηκαν σε μια λογική ήπιων κινήσεων, σε μια λογική ανοικτών σχεδιαστικών χειρονομιών, και επέμειναν στην οργάνωση κτιρίων και χώρων, μοιάζουν να είναι αυτές που θα είχαν δυνατότητες να υλοποιηθούν σταδιακά και, ενδεχομένως, να αποτελέσουν πεδία διαπραγμάτευσης με τους εμπλεκόμενους φορείς (αναφέρομαι στην περίπτωση της μελέτης των Boeri / Zucchi για τη Μυτιλήνη και των Δημήτρη και Σουζάνας Αντωνακάκη για την Αθήνα).Μήπως έφτασε, λοιπόν, η ώρα για τις ελληνικές πόλεις να θέσουν στο επίκεντρο των μετασχηματισμών τους ευρηματικά και τολμηρά προγράμματα, τα οποία οφείλουν να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές ανάγκες βελτίωσης της ποιότητας του αστικού τοπίου, να υπολογίζουν την ανοδική διαφοροποίηση του κοινωνικού ιστού, και να βασίζονται παράλληλα στις έννοιες του εφικτού και της αποδοτικότητας; σως μια τέτοια υπόθεση να αφορά άμεσα σ εκείνους τους αρχιτέκτονες και πολεοδόμους που μπορούν να αναμετρηθούν σχεδιαστικά με την μεγάλη κλίμακα, δηλαδή με την ίδια την πόλη, δίχως να υποκύπτουν αβίαστα στην στορικιστική ρητορεία ή στην αισθητικοποίηση του κατακερματισμού του αστικού τοπίου. Συχνά εκφράζονται πολλές επιφυλάξεις (αναφέρομαι στις συζητήσεις που αναπτύχθηκαν με αφορμή τα 2 συνέδρια για το ραμα της Αθήνας που διοργάνωσε το TEE, σε συνεργασία με τον Δήμο της πόλης και άλλους φορείς) ως προς τις μεγάλες σχεδιαστικές παρεμβάσεις στις ελληνικές πόλεις, παράλληλα με την διεκδίκηση της μικρής κλίμακας. μως, θα ήταν λάθος να υιοθετηθεί μονομερώς αυτή η αντιπαράθεση, δίχως να εντοπιστούν οι διαφορές στην εμβέλεια και στην κλίμακα των έργων, ιδιαίτερα η δυνατότητα παρέμβασης κατά τμήματα και περιοχές, δεδομένης της αδυναμίας εφαρμογής ενός συνολικού σχεδίου και της αναποτελεσματικότητας των αποσπασματικών επεμβάσεων. Μήπως λοιπόν έφτασε η ώρα να απομακρυνθούν οι υπεύθυνοι από τη στείρα δημοκοπία, που ανοίγει τον δρόμο στην αποσπασματική αυθαιρεσία των ιδιωτικών επεμβάσεων, και ν αντιληφθούν την πολιτική αξία του νέου σχεδιασμού στην κλίμακα της πόλης;

Σε σχέση με τις διαδικασίες αν και είναι σε όλους γνωστοί οι λόγοι αδυναμίας εφαρμογής τέτοιας κλίμακας επεμβάσεων στις ελληνικές πόλεις είναι στο χέρι κυρίως των δημοτικών αρχών, αλλά και της πολιτείας, να ενθαρρύνουν την υλοποίηση ορισμένων τέτοιων ειδικών προγραμμάτων, υπό τη μορφή μικτών εταιρειών, και με συμμετοχή ιδιωτικών φορέων. Ισχύοντες θεσμοί, όπως ο Οργανισμός της Αθήνας, μπορούν να λειτουργήσουν προς σ αυτή την κατεύθυνση, φτάνει να έχουν αυτονομία συγκρότησης και εκτελεστικές αρμοδιότητες, και, βεβαίως, μητροπολιτική συγκρότηση (που αποτελεί κοινή συνισταμένη όλων των απόψεων). Στο σημείο αυτό, είναι επίσης καθοριστικός ο ρόλος των μεγάλων εργοληπτικών και κατασκευαστικών εταιρειών, που θα πρέπει να στρέψουν τη δράση τους και να συνδράμουν σε έργα ερευνητικής και αναπτυξιακής δομής, αναβαθμίζοντας αισθητά την ποιότητα των μελετών και των επεμβάσεων και υπολογίζοντας τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Είναι καιρός να αναθεωρηθεί ριζικά η διαδικασία εκπόνησης και ανάθεσης δημόσίων τεχνικών έργων, το σύστημα της μελετοκατασκευής, που διαμορφώνει, τμηματικά έστω, τις πόλεις μας.Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει από το εγχείρημα του Προγράμματος ΗΡΑΚΛΗΣ, είναι τι είδους σχεδιαστικές νοοτροπίες μπορούν να χαρακτηρίσουν τον επανασχεδιασμό των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών στις ελληνικές πόλεις. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε την αναβίωση του κλασικού-εκλεκτικιστικού μοντέλου της πόλης του 19ου αιώνα και τη νεορασιοναλιστική αναβίωση της ανεκπλήρωτης μεγαλούπολης του μοντερνισμού. Σημαντικές αλλαγές έχουν συντελεστεί στα πεδία που αφορούν στις σύγχρονες πολεοδομικές επεμβάσεις, ιδιαίτερα ως προς την επανάκτηση των φθαρμένων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, το μετασχηματισμό των λιμανιών και των σιδηροδρομικών σταθμών. Οι ροές ως μορφές κίνησης, η εναπόθεση και η κατανομή των ροών (τρένα, κόμβοι μετεπιβίβασης), οι αλλαγές στα συστήματα μεταφορών δεν συσχετίζονται μόνο με σημαντικές αναδιαρθρώσεις του αστικού περιβάλλοντος, αλλά και οδηγούν σε σχηματοποιήσεις δυναμικές, μεταβατικές, που τείνουν να αντικαταστήσουν τις πιο στατικές. Το ερώτημα που προκύπτει εδώ, είναι η αντιστοιχία της πολεοδομικής μελέτης με τους τρόπους ζωής που εικάζονται μέσα από το σχεδιασμό, έστω και ως αφήγηση σε ποιο κοινωνικό σύνολο απευθύνονται ή προδικάζουν. Οι ελληνικές πόλεις με την τυχάρπαστη πολεοδομική ανάπτυξη χρήζουν άραγε μιας διατακτικής επέμβασης αποφόρτισης του αστικού ιστού, με έμφαση στον δημόσιο χώρο (αρχαιολογικό ή λιμενικό, στις προκείμενες περιπτώσεις) ή μήπως μιας εντατικοποίησής του που, εκ των πραγμάτων, οδηγεί στη δημιουργία ενός σωστρεφούς δημόσιου χώρου και, ίσως, μεγάλων αντικειμένων στην πόλη;

Σε κάθε περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πρόεδρος κ.Massimo Giudici, το πρόγραμμα ΗΡΑΚΛΗΣ φιλοδοξεί να αποτελέσει τη συνεισφορά μιας ιδιωτικής Εταιρείας, που έχει επίγνωση του ρόλου της στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας, στη μελέτη ενός προβλήματος που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο και αφορά στη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος στις ελληνικές πόλεις.

* Οι προσωπικότητες που απαρτίζουν την Τιμητική Επιτροπή του Προγράμματος είναι:

Βάσω Παπανδρέου, Υπουργός Ανάπτυξης Κωνσταντίνος Λαλιώτης, Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ. Έργων Γεράσιμος Αρσένης, Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων

Ευάγγελος Βενιζέλος, Υπουργός Πολιτισμού Enrico Pietromarchi, Πρέσβης της Ιταλίας στην Ελλάδα Δημήτρης Αβραμόπουλος, Δήμαρχος Αθηναίων και Πρόεδρος της K.E.Δ.K.E.

Ευάγγελος Φραγκούλης, Πρέσβης της Ελλάδας στην Ιταλία Θεόδωρος Καρατζάς, Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Adriano De Maio, Πρύτανης του Πολυτεχνείου του Μιλάνου

Νικόλαος-Χρήστος Μαρκάτος, Πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Enrico Bondi, Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Compart.