Ξένη Δημοσίευση
Ενημερωτικό Δελτίο ΤΕΕ

Τεύχος 2191 - Τρίτη 19 Μαρτίου 2002

Υδροηλεκτρικά
του Σταθη Παπαβρανουση Π. Μ.


Κατάλληλα μόνο για τις αιχμές ή και για τη βάση;
Είναι τα φράγματα εχθρικά για το περιβάλλον;
Πώς μπορεί το πλούσιο υδροδυναμικό της Ηπείρου να αποβεί ωφέλιμο για την ανάπτυξή της;
Με τι μέτρα και κίνητρα;

ΜΕΡOΣ Α΄
Παλιότερα, πριν ένα χρόνο περίπου, στον "Ηπειρωτικό Αγώνα" της 15/2/01 στη στήλη "Τσιμπίδα" είχα διαβάσει ένα σχόλιο όπου αναφέρεται ότι μια πρόσφατη στατιστική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος λέει... "Η Ελλάδα αξιοποιεί πολύ λίγο το υδάτινο δυναμικό της για την παραγωγή ρεύματος, παράλληλα όμως κάνει υπερβολική χρήση ηλεκτρικής ενέργειας, σχεδόν 40% περισσότερο από ανάλογους πληθυσμούς".
Δεν ξέρω την προέλευση αυτής της διαπίστωσης. Μου κάνει πάντως εντύπωση το ότι κάνουμε υπερβολική χρήση, περισσότερη από άλλες χώρες της ΕΕ, με περισσότερο ανεπτυγμένη βιομηχανία, με πυκνότερο δίκτυο σιδηροδρόμων με γενικευμένη την ηλεκτροκίνηση κ.λπ. Ίσως εκεί γίνεται περισσότερη χρήση του φυσικού αερίου για το μαγείρεμα, γιατί πράγματι οι ηλεκτρικές κουζίνες και οι θερμοσίφωνες είναι κατεξοχήν ηλεκτροβόροι.
Σε ό,τι αφορά όμως τη διαπίστωση ότι η Ελλάδα αξιοποιεί πολύ λίγο το υδάτινο δυναμικό της είναι απόλυτα αληθινό. Είναι επίσης δικαιολογημένη η επισήμανση αυτού του γεγονότος γιατί σε όλες τις χώρες της Ε.Ε, ακόμα από την εποχή του μεσοπολέμου έχουν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες αξιοποίησης του υδροδυναμικού τους. Αντίθετα στη χώρα μας όλα τα υδροηλεκτρικά έργα, με μόνη εξαίρεση το μικρό υδροηλεκτρικό του Γλαύκου κοντά στην Πάτρα, έγιναν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και με αργούς ρυθμούς.
Τίθεται, όμως, το ερώτημα γιατί αυτή η καθυστέρηση στην ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών έργων στη χώρα μας; Oι θερμοηλεκτρικές μονάδες που λειτουργούν με βάση τα κοιτάσματα του λιγνίτη, των οποίων το κόστος αρχικής εγκατάστασης είναι μικρότερο, είναι καταλληλότερα για συνεχή λειτουργία καθ' όλο το εικοσιτετράωρο. Τα θερμικά όμως, ενώ καλύπτουν αποτελεσματικά τη βάση του ενεργειακού διαγράμματος, δεν έχουν την απαιτούμενη δυνατότητα ευελιξίας για την αυξομείωση της ισχύος και την κάλυψη των αιχμών που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου.
Αντίθετα, τα υδροηλεκτρικά με τη μεγάλη ευελιξία που διαθέτουν στις αυξομειώσεις του φορτίου είναι τα πλέον κατάλληλα για την άμεση και αποτελεσματική κάλυψη των αιχμών.
Αυτός λοιπόν είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο αναπτύχθηκε η δημιουργία υδροηλεκτρικών μονάδων μόνον για την κάλυψη των αιχμών. Είναι όμως σωστή αυτή η τακτική; Η θερμική ενέργεια στη χώρα μας βασίζεται κατά κύριο λόγο στα κοιτάσματα του λιγνίτη, τα οποία όμως ούτε ανεξάντλητα είναι ούτε η εξόρυξη και η μεταφορά τους είναι άμοιρη δαπανών. Επί πλέον και κυρίως η χρήση γενικώς των στερεών ή υγρών καυσίμων είναι κατεξοχήν ρυπογόνος (ιπτάμενη τέφρα, αιθάλη, καυσαέρια), με αποτέλεσμα την όξινη βροχή, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, αναπνευστικά προβλήματα κ.λπ.
Αντίθετα, η υδραυλική ενέργεια είναι κατεξοχήν μη ρυπογόνος, ανανεώσιμη στο διηνεκές και πολλαπλούς ωφελιμότητας (άρδευση, ύδρευση, αναχαίτιση πλημμύρων κ.λπ). Αυτά τα πλεονεκτήματα καθιστούν την ανάγκη αξιοποίησής της εις το έπακρον.
Είπαμε παραπάνω πως στη χώρα μας περιορίστηκε η αξιοποίηση των υδατοπτώσεων επειδή το κόστος της αρχικής εγκατάστασης κυρίως των έργων πολιτικού μηχανικού (φράγματα, σήραγγες κ.λπ.) είναι μεγάλο. Κατά πόσο αληθεύει αυτό;
Κάθε έργο υπολογίζεται για μια ορισμένη διάρκεια ζωής με συνέπεια να καθορίζεται ανάλογα και ο χρόνος απόσβεσης της αξίας του. Συνήθως ο χρόνος αυτός ορίζεται στα 30 χρόνια. Για τα υδροηλεκτρικά όμως έργα, κυρίως για τα έργα πολιτικού μηχανικού, φράγματα, σήραγγες, αγωγοί, ακόμη και τα κτιριακά που είναι συνήθως υπόγεια, η διάρκεια ζωής είναι πολύ μεγαλύτερη, υπερβαίνει κατά πολύ και τα 100 ακόμα χρόνια. Με αυτές τις προϋποθέσεις ο χρόνος απόσβεσης μπορεί να υπολογισθεί κατά πολύ μεγαλύτερος, με συνέπεια τη σημαντική μείωση του αρχικού κόστους.
Τα μεγάλα έργα του παρελθόντος, η διώρυγα της Κορίνθου, το σιδηροδρομικό δίκτυο κ.ά. έγιναν με μακροχρόνιες συμβάσεις μέχρι και 99 ετών.
Για τους θερμοηλεκτρικούς σταθμούς της ηπειρωτικής Ελλάδας που λειτουργούν με καύσιμο το λιγνίτη, η ΔΕΗ υπολογίζει σαν κόστος παραγωγής ανά ΚΒΩ το ποσό των 6 δρχ. περίπου. Για την κάλυψη των αιχμών, σαν ανώτατη παραδεκτή τιμή κόστους παραγωγής δέχεται περίπου διπλάσια και πλέον τιμή. Αυτή η τιμή ισχύει για τα υδροηλεκτρικά έργα, προκειμένου να υπολογισθεί ο βαθμός ωφελιμότητας για την εγκατάστασή τους. Μια άλλη αποδεκτή ενδιάμεση τιμή, περίπου στις 12 δρχ. ανά ΚΒΩ, για ενέργεια βάσης αντιστοιχεί στην παραγόμενη στις θερμοηλεκτρικές μονάδες με καύσιμο το μαζούτ που λειτουργούν στα μεγαλύτερα νησιά του Αιγαίου. Μια ακόμη ανώτερη τιμή αντιστοιχεί στις ντιζελοκίνητες μονάδες των μικρότερων νησιών του Αιγαίου.
Με βάση τις παραπάνω βασικές τιμές διαμορφώνεται η μέση γενική τιμή διάθεσης του ηλεκτρικού ρεύματος που ισχύει για λόγους κοινωνικούς πανελλαδικά.
Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, ας επιχειρήσουμε να υπολογίσουμε κατά πόσο είναι ορθή η πολιτική της χρήσης και της καταλληλότητας των υδροηλεκτρικών έργων μόνον για την κάλυψη των αιχμών και όχι στην επέκταση της χρήσης και στη βάση του ενεργειακού διαγράμματος.
Ας πάρουμε για εξέταση ένα πριν από πολλά χρόνια μελετημένο μεγάλο υδροηλεκτρικό έργο, του οποίου η κατασκευή συνεχώς αναβάλλεται λόγω του μεγάλου αρχικού κόστους. Εκείνο του Στενού-Καλαρύτικου στον Άραχθο.
Το έργο αυτό προϋπολογίζεται ότι θα κοστίσει περίπου 180 δισ. δραχμές και έχει πράγματι μεγάλο κόστος αρχικής εγκατάστασης, γιατί προβλέπονται δύο μεγάλα φράγματα, ένα χωμάτινο ύψους 160 m στη θέση Στενό του Αράχθου και ένα από σκυρόδεμα, τοξωτό, ύψους 200 μ στον Καλαρύτικο, παραπόταμο του Αράχθου. Σχηματίζονται δύο ταμιευτήρες που συνδέονται μεταξύ τους με σήραγγα και στη συνέχεια με άλλη σήραγγα προσαγωγής από τον ταμιευτήρα του Καλαρύτικου, τα νερά καταλήγουν στο σταθμό παραγωγής στη θέση Πλάκα στην κοίτη του Αράχθου. Το μέσο ύψος πτώσης είναι περίπου 265 μ. Η μέση ετήσια παραγωγή αυτού του έργου υπολογίζεται σε 900 GWH (0,9 δισεκ. KWH).
Το έργο αυτό όμως δεν πρέπει να το υπολογίσουμε αυτοτελώς αλλά μαζί με τα συνεχόμενα έργα στον Άραχθο, του Αγίου Νικολάου και των Πεστιανών. Αυτά τα δύο έργα πρέπει να κατασκευαστούν παράλληλα και ταυτόχρονα με το έργο του Στενού - Καλαρύτικου γιατί η λειτουργία τους είναι αλληλένδετη.
Όπως έχω επισημάνει με παλιότερη δημοσίευσή μου (βλ. Ενημερωτικό δελτίο του ΤΕΕ αριθ. 2009 της 29-6-98), τουλάχιστον ο ΥΗΣ Αγίου Νικολάου δε μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργήσει αυτοτελώς όπως με λάθος σχεδιασμό τον έχει μελετήσει η ΔΕΗ. O σχεδιασμός αυτός είναι επιστημονικά εσφαλμένος και απαράδεκτος, δημιουργεί δε και σοβαρό πρόβλημα με την ύπαρξη του παραδοσιακού γεφυριού της Πλάκας.
Με την ταυτόχρονη κατασκευή των ΥΗΣ και στις τρεις συνεχόμενες βαθμίδες επιτυγχάνεται πλήρης και χωρίς καμιά απώλεια αξιοποίηση του Αράχθου, συμπεριλαμβανομένης και της βελτίωσης της απόδοσης του ΥΗΣ Πουρνάρι Ι, του οποίου μειώνεται η διακύμανση της στάθμης.
Έτσι η ολική ετήσια απόδοση των τριών βαθμίδων ανέρχεται συνολικά σε τουλάχιστον 2000 GWH.
Η δαπάνη κατασκευής των δύο αυτών ΥΗΣ, του Αγίου Νικολάου και των Πεστιανών δεν θα υπερβαίνει τα 35 δισ. δρχ για τον καθένα γιατί δεν επιβαρύνονται με πρόσθετες δαπάνες πέρα από την κατασκευή των χωμάτινων φραγμάτων που το ύψος τους δεν υπερβαίνει τα 80 μ. Με τη συνύπαρξη του ΥΗΣ Στενού - Καλαρύτικου, του οποίου οι στρόβιλοι θα μπορούν να λειτουργούν και ανάστροφα σαν αντλίες, τα περισσεύοντα νερά των μεγάλων πλημμύρων από τον ανεπαρκούς αποθηκευτικού όγκου ταμιευτήρα του Αγίου Νικολάου θα αντλούνται στο μεγάλο ταμιευτήρα του Στενού - Καλαρύτικου. Η υπερχείλιση στο φράγμα του ΑΝ θα είναι περιορισμένων διαστάσεων, γιατί θα έχει να αντιμετωπίσει σπάνιες και μικρές παροχές και όχι με τις τερατώδεις διαστάσεις της υπάρχουσας μελέτης της ΔΕΗ όπου έχουν να αντιμετωπισθούν μεγάλες και συχνές πλημμυρικές ροές που συνεπάγονται και σημαντικότατες απώλειες ενέργειας.
Το σύνολο της δαπάνης κατασκευής των τριών ΥΗΣ ανέρχεται σε 180+2*35=250 δισ. δρχ. που κατανέμεται στην ολική απόδοση των 2000 GWH/έτος, μειώνοντας έτσι το κόστος παραγωγής ανά KBΩ.
Τους παρακάτω υπολογισμούς, αν και έχουμε ήδη μπει στην εποχή του ευρώ, θα τους κάνουμε σε δραχμές γιατί τα διάφορα μεγέθη μας είναι ακόμα πιο οικεία. Τα τελικά αποτελέσματα εύκολα μπορούμε να τα μετατρέψουμε στο καινούργιο νόμισμα.
Σε μια πρώτη προσέγγιση θα λάβουμε υπόψη τη δυσμενέστερη περίπτωση, που όλο το έργο ξεκινά από μηδενική βάση και η χρηματοδότηση της κατασκευής του θα γίνει εξ ολοκλήρου με δανεισμό με ετήσιο επιτόκιο 6% που με τα σημερινά δεδομένα είναι μάλλον υψηλό. Θα υπολογίσουμε ότι η διάρκεια κατασκευής λόγω της πολυπλοκότητας του έργου θα είναι 10 χρόνια. Το όλο ποσό των 250 δισ. θα εκταμιευθεί σε ισόποσες δόσεις των 25 δισ. /έτος οι οποίες θα ανατοκίζονται σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας. Το αρχικό κεφάλαιο των 250 δισ. θα έχει επιβαρυνθεί με τόκους τ=((250+25)/2) x 6% x 10=82,5 δις. Έτσι συνολικά το κεφάλαιο εκκίνησης στην αρχή της γόνιμης περιόδου του έργου ανέρχεται σε 250+82,5=332,5 δισ. δρχ.
Αν υπολογίσουμε ότι το αρχικό αυτό κεφάλαιο των 332,5 δισ. το αποσβέσουμε σε 50 ισόποσες ετήσιες δόσεις με αρχή μετά την αποπεράτωση του έργου, η βασική ετήσια δόση θα είναι 332,5 / 50=6,65 δισ. Επί πλέον θα πρέπει να καταβάλουμε και την ανάλογη μέση ετήσια δόση των τόκων η οποία ανέρχεται σε ((332,5+6,65)/2) x 6%=10,1745 δισ., σύνολο 6,65+10,1745=16,8245 δισ. /έτος. Πέραν αυτών πρέπει να υπολογίσουμε και ένα ποσό για ετήσιες δαπάνες λειτουργίας για τους τρεις ΥΗΣ για μισθούς προσωπικού, συντήρηση, ανανέωση μηχανολογικού εξοπλισμού κ.λπ. που κατ' εκτίμηση και για στρογγυλοποίηση ορίζουμε σε 1,3755 δισ. Συνολικά προκύπτει μια ετήσια δαπάνη 16,8245+1,3755=18,2 δισ. δρχ. η οποία μας αποδίδει 2 δισεκ. ΚΒΩ. Τελικά το κόστος μιας ΚΒΩ διαμορφώνεται σε 18,2 / 2 = 9,1 δρχ. / ΚΒΩ.
Η τιμή αυτή είναι η μέγιστη που μπορεί να προκύψει με την προϋπόθεση που δεχτήκαμε ότι όλη η δαπάνη κατασκευής προέρχεται από δανεισμό.
Όμως, επειδή πρόκειται για ένα βασικό αναπτυξιακό έργο μπορεί να ενταχθεί είτε στο τρέχον είτε στο επόμενο πλαίσιο στήριξης της ΕΕ και να τύχει μιας γενναίας δωρεάν επιχορήγησης μέχρι και 40% του προϋπολογισμού, ήτοι 250 * 40%=100 δισ. δρχ.
Έτσι μένουν να αντιμετωπιστούν με δανειοδότηση μόνον 150 δισ. Ακολουθώντας την ίδια σειρά υπολογισμών όπως παραπάνω και για διάρκεια κατασκευής 10 χρόνια, η ετήσια εκταμίευση θα είναι 15 δισ. Oι τόκοι με ανατοκισμό στο τέλος της δεκαετίας ανέρχονται σε τ=((150+15)/2) x 6% x 10=49,5 ή 50 δισ. περίπου. Έτσι το κεφάλαιο εκκίνησης στην αρχή της γόνιμης περιόδου ανέρχεται σε 150+50=200 δισ.
Στα 50 χρόνια η ετήσια βασική δόση θα είναι 200/50=4 δισ. / έτος. Επί πλέον θα πρέπει να καταβάλουμε και την ανάλογη μέση ετήσια δόση των τόκων η οποία ανέρχεται σε ((200+4)/2)x6%= =6,12 δισ., σύνολο 4+6,12=10,12 δισ. που αποτελεί το ετήσιο τοκοχρεολύσιο. Και εδώ θα προσθέσουμε μια δαπάνη λειτουργίας για μισθούς, συντήρηση κ.λπ. περίπου 1,38 δισ. /έτος, σύνολο 10,12+1,38=11,5 δισ. δρχ. / έτος που θα μας αποδίδουν 2 δισ. ΚΒΩ / έτος. Έτσι διαμορφώνεται τιμή κόστους 11,5 / 2 = 5,75 δρχ. / ΚΒΩ, τιμή κατώτερη και αυτής των θερμικών μονάδων με καύσιμο το λιγνίτη.
Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει πως όχι μόνο δεν είναι σωστή η αντιμετώπιση των υδροηλεκτρικών έργων σαν κατάλληλα αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των αιχμών αλλά σε μεγάλο βαθμό είναι κατάλληλα και για τη βάση με το ίδιο κόστος παραγωγής όπως τα θερμικά, όπως προκύπτει από την πρώτη θεώρηση όπου η κατασκευή ενός μεγάλου συγκροτήματος ΥΗΣ όπως αυτό του Στενού-Καλαρύτικου, του Αγίου Νικολάου και των Πεστιανών που ολοκληρώνει την αξιοποίηση του Αράχθου, αντιμετωπίζεται μόνο με δανεισμό, χωρίς καμιά άλλη βοήθεια, όπου το κόστος παραγωγής μίας ΚΒΩ διαμορφώνεται σε 9,10 δρχ., τιμή ενδιάμεση μεταξύ του κόστους παραγωγής σε λιγνιτικές θερμικές μονάδες των 6 δρχ. / ΚΒΩ και του παραδεκτού κόστους ενέργειας αιχμής που υπερβαίνει τις 12 δρχ. Στη δεύτερη περίπτωση που είναι και εφικτή και ρεαλιστική όπου μεσολαβεί επιδότηση από την ΕΕ, η τιμή παραγωγής των 5,75 δρχ. / ΚΒΩ είναι κατώτερη και εκείνης των θερμικών μονάδων, ενώ καλύπτονται ταυτόχρονα και οι αιχμές.
Και κάτι άλλο. Μετά την πλήρη απόσβεση του αρχικού κεφαλαίου, οι ΥΗΣ εξακολουθούν για πολλά χρόνια να παράγουν ενέργεια με μόνη δαπάνη εκείνη της μισθοδοσίας του προσωπικού, της συντήρησης και της ανανέωσης κυρίως του μηχανολογικού εξοπλισμού που εκτιμήσαμε για την περίπτωσή μας σε 1,4 δισ. δρχ. / έτος. Το κόστος παραγωγής περιορίζεται στην καταπληκτική τιμή της 1,4 / 2= 0,7 δρχ. / ΚΒΩ!. 70 λεπτά της δραχμής όχι του ευρώ!
Ποια άλλη πηγή μπορεί να μας δώσει τόσο φτηνή ενέργεια; Γιατί λοιπόν καθυστερούμε την ανάπτυξη των υδροηλεκτρικών έργων; Γιατί έχει εμπεδωθεί η εσφαλμένη αντίληψη ότι τα υδροηλεκτρικά είναι ασύμφορα; Κάνω έκκληση τόσο στη ΔΕΗ όσο και στο Υπουργείο Ανάπτυξης να λάβουν σοβαρά υπόψη τις παραπάνω διαπιστώσεις, να αναθεωρήσουν τις παλιές αντιλήψεις και να επωφεληθούν όσο είναι ακόμη καιρός των δυνατοτήτων που παρέχονται από τις επιδοτήσεις από την ΕΕ ετοιμάζοντας έγκαιρα τις απαιτούμενες μελέτες. Το συγκεκριμένο έργο που προτείνεται παραπάνω, καθώς και άλλα παρόμοια απαιτούν μεγάλο χρόνο κατασκευής και ως την αποπεράτωσή τους οι ενεργειακές ανάγκες θα έχουν αυξηθεί κατά πολύ. Η αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος θα είναι σημαντικά πιο μεγάλη από αντίστοιχες θερμικές μονάδες και η δυνατότητα παρέμβασης σε έκτακτες ανάγκες θα μπορεί να είναι άμεση χωρίς να επικρέμαται ο κίνδυνος μπλακ άουτ.
Τα χρόνια περνούν και όπως επισημάναμε παραπάνω η διάρκεια ζωής των υδροηλεκτρικών είναι υπεραιωνόβια. Σε προηγούμενο άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 2009 Ενημερωτικό Δελτίο του ΤΕΕ της 29-6-98 για το υπό εξέταση έργο του Στενού-Καλαρύτικου, εκφράζω την απορία μου γιατί προβλέπονται μόνον 3 μονάδες των 130 ΜΒ και διερωτώμαι αν το έργο αυτό θα λειτουργεί και 10 ώρες την ημέρα παράγοντας και ενέργεια βάσης. Τώρα ύστερα από τα παραπάνω αναιρώ την απορία μου και θεωρώ σωστό το σχεδιασμό γιατί οι περισσότερες μονάδες και άσκοπες θα είναι και επιβαρυντικές στο κόστος κατασκευής τόσο στον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό όσο και στις διαμέτρους των σηράγγων προσαγωγής και απαγωγής, των αγωγών πτώσης και του μηχανοστασίου.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως επιβάλλεται να ξεχάσουμε την εσφαλμένη αντίληψη πως τα υδροηλεκτρικά είναι κατάλληλα μόνον για την κάλυψη των αιχμών και ότι είναι αντιοικονομικά για τη βάση.
Τα υδροηλεκτρικά σε σύγκριση με τα θερμικά υπερέχουν αδιαμφισβήτητα για μια ολόκληρη σειρά λόγων. Είναι κατ' αρχήν μια εγχώρια πηγή ενέργειας ανεξάντλητη και ανανεώσιμη στο διηνεκές. Είναι κατεξοχήν και απόλυτα μη ρυπογόνα και ως εκ τούτου φιλικά με το περιβάλλον. Αντίθετα, τα πάσης φύσεως θερμικά είναι όλα ρυπογόνα σε διάφορο το καθένα βαθμό ανάλογα με το καύσιμο, με πιο ήπιο το φυσικό αέριο και ακολουθούν το πετρέλαιο ντίζελ, το μαζούτ και στη συνέχεια τα στερεά καύσιμα, γαιάνθρακες και λιγνίτες. Oι ρύποι είναι τα στερεά κατάλοιπα όπως η τέφρα τα αιωρούμενα στην ατμόσφαιρα, ιπτάμενη τέφρα και αιθάλη, και τα καυσαέρια με κυριότερα συστατικά τα διοξείδια του αζώτου, του θείου και του άνθρακα. Τα δύο πρώτα αποτελούν τα αίτια της όξινης βροχής και το τελευταίο το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Από όλα τα παραπάνω καύσιμα το μόνο εγχώριο είναι ο λιγνίτης που επιβαρύνεται με τη δαπάνη εξόρυξης και μεταφοράς σε μικρές μόνο αποστάσεις κυρίως με ταινιόδρομους. Όλα τα άλλα είναι εισαγόμενα και συναλλαγματοβόρα.
Επιπλέον όλα είναι μη ανανεώσιμα. Στο μόνο εγχώριο καύσιμο το λιγνίτη, τα κοιτάσματά του δεν είναι ανεξάντλητα. Όσο καθυστερούμε την αξιοποίηση του υδροδυναμικού μας τόσο επιταχύνουμε το χρόνο εξάντλησης των κοιτασμάτων λιγνίτη.
Στο γιαννιώτικο τύπο, κατά τη διάρκεια του 2001, δημοσιεύτηκε η είδηση πως η ΡΑΕ, (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας), ενέκρινε σε διάφορες εταιρείες τη δημιουργία διαφόρων μικρών μονάδων υδροηλεκτρικών έργων. Μεταξύ αυτών και δύο μεγάλων μονάδων. Στην ΑΕΓΕΚ τη μονάδα Βοβούσας στον Αώο και στη Μηχανική ΑΕ τη μονάδα Αγίου Νικολάου στον Άραχθο, ασφαλώς κατά παραχώρηση από τη ΔΕΗ. Για το έργο Βοβούσας συμφωνώ απόλυτα, μια που είμαι ο εμπνευστής αυτού του έργου. Διερωτώμαι όμως για το έργο του Αγίου Νικολάου, η ΔΕΗ επιμένει στην εφαρμογή της δικής της μελέτης που κατά τη γνώμη μου που έχει αναπτυχθεί διεξοδικά σε δημοσίευμά μου στο υπ' αριθ. 2009 τεύχος του Ενημερωτικού Δελτίου του ΤΕΕ της 29-6-98 βασίζεται σε λάθος σχεδιασμό; Εκεί επισημαίνω πως το έργο αυτό είναι απόλυτα εξαρτημένο και δεν μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά αν δεν προηγηθεί η κατασκευή του ΥΗΣ Στενού-Καλαρύτικου. Επιπλέον δημιουργείται και σοβαρό πρόβλημα με τη διάσωση της γέφυρας Πλάκας.
Θα πρότεινα τόσο στο Υπουργείο Ανάπτυξης όσο και στη ΔΕΗ να δώσουν τη δέουσα προσοχή στις παραπάνω προτάσεις ν' αναθέσουν ύστερα από διεθνή διαγωνισμό σε όμιλο κατασκευαστικών εταιρειών, κατά το πρότυπο της σύμβασης για τη ζεύξη του Ρίου - Αντίρριου, την κατασκευή ολόκληρου του συγκροτήματος των τριών ΥΗΣ όπως τους προτείνω παραπάνω.

ΜΕΡOΣ Β΄
Για τη δημιουργία των υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων πρωταρχική προϋπόθεση είναι η κατασκευή φραγμάτων στους ποταμούς με σκοπό τη δημιουργία μιας διαφοράς είτε άμεσα μεταξύ της ανυψωμένης στάθμης του νερού ανάντη της ράχης και της κοίτης στη βάση του φράγματος ή ενός σημείου της κοίτης είτε του ιδίου ποταμού είτε άλλου παρακειμένου που βρίσκεται σε χαμηλότερη στάθμη. Σε κάθε μία περίπτωση μεσολαβεί η διοχέτευση του νερού μέσω ενός αγωγού από την άνω στην κάτω στάθμη όπου εγκαθίστανται οι στρόβιλοι και οι ηλεκτρογεννήτριες.
Με την κατασκευή ενός φράγματος στην κοίτη ενός ποταμού δημιουργείται μια δεξαμενή με χωρητικότητα μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα με το ύψος του φράγματος και τη μορφή του εδάφους ανάντη του φράγματος.
Όταν η κοιλάδα ανάντη είναι ανοιχτή, ευρεία και με μικρή κατά μήκος κλίση, η χωρητικότητα αυτή ανάλογα και με το ύψος του φράγματος μπορεί να είναι τόσο μεγάλη ώστε να αποταμιεύει τα νερά που εισρέουν για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμη και πολύ πέραν του έτους, οπότε παίρνει το όνομα του ταμιευτήρα και μπορούμε να κατανείμουμε την κατανάλωση του νερού όπως θέλουμε κατά τη διάρκεια του έτους ανάλογα με τις ανάγκες είτε πρόκειται για ύδρευση, άρδευση, ηλεκτροπαραγωγή ή και συνδυασμό αυτών των χρήσεων.
Αντίθετα, όταν η κοιλάδα είναι στενή ή η ροή των υδάτων είναι μεγάλη και συνεχής όπως είναι η περίπτωση των μεγάλων ποταμών, τότε το φράγμα χρησιμεύει για την ανύψωση της στάθμης και μόνο, η ροή είναι συνεχής ή με πολύ στενές δυνατότητες ρύθμισης, συνήθως ολίγων ή και μίας και μόνον ημερών. Στην περίπτωση της συνεχούς ροής η ηλεκτροπαραγωγή είναι και αυτή συνεχής και κατάλληλη για τη βάση.
Στη χώρα μας τα ποτάμια διατρέχουν ορεινές περιοχές, οι λεκάνες απορροής είναι σχετικά μικρές, η ροή δεν είναι μεγάλη και με τα φράγματα μπορούν να δημιουργηθούν ταμιευτήρες ικανοί ν' αποθηκεύσουν τα εισρέοντα νερά σε ετήσια και πλέον βάση με τη δυνατότητα επιμερισμού των αποθηκευμένων υδάτων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους είτε ισομερώς είτε στην εποχή που οι ανάγκες είναι αυξημένες.
Δυστυχώς στη χώρα μας επικρατεί μια περίεργη γνώμη καλλιεργημένη πεισματικά από τους αυτόκλητους οικολογούντες που τον τελευταίο καιρό είναι πολύ της μόδας και αφθονούν, που θεωρούν τα φράγματα ανεπιθύμητα, εχθρούς του περιβάλλοντος γιατί οι τεχνητές λίμνες που δημιουργούν αλλοιώνουν το τοπίο. Αναμφισβήτητα επέρχεται μια αλλοίωση του τοπίου και πολλές φορές καλύπτονται από τα νερά εκτάσεις ή και μνημεία κάποιου ενδιαφέροντος ακόμα και οικισμοί. Γενικά κάθε ανθρώπινο έργο που εκτελείται επιφέρει κάποια αλλοίωση στο περιβάλλον. Το ερώτημα είναι πόσο σημαντική είναι αυτή η αλλοίωση σε σύγκριση με την ωφέλεια που προκύπτει από την κατασκευή του έργου. Γι' αυτό και επιβάλλεται υποχρεωτικά η σύνταξη μελέτης περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων για κάθε υπό εκτέλεση έργο.
Όμως πολύ συχνά εμφανίζονται στα ΜΜΕ απόψεις ότι τα φράγματα είναι γενικά επιζήμια και η άποψη αυτή έχει τόσο καλλιεργηθεί και έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις γενικού παραληρήματος, που αποτελεί φρένο σε κάθε πρόταση για δημιουργία νέων φραγμάτων. Πρόσφατα στις 3-3-01 στην "Ελευθεροτυπία" δημοσιεύθηκε μια είδηση με τίτλο "OΧΙ στην εκτροπή" αναφορικά στην εκτροπή του Αχελώου, όπου σπουδαία πρόσωπα της πολιτικής, της επιστήμης, και της διανόησης γενικότερα εκφράζονται αρνητικά για το θέμα της εκτροπής. Πρόκειται κατά τη γνώμη τους να προκαλέσει περιβαλλοντική καταστροφή με ανυπολόγιστο κόστος. Και διερωτώμαι, άραγε θα είναι μεγαλύτερη καταστροφή από εκείνη που θα προκληθεί στο Θεσσαλικό κάμπο από τη λειψυδρία στον τομέα των αρδεύσεων όπου ήδη με τις εξαντλητικές αντλήσεις ο υπόγειος ορίζων των υδάτων από τα 10 έως 20 μέτρα που βρισκόταν πριν λίγα χρόνια έχει ήδη πέσει σε βάθος που υπερβαίνει κατά πολύ τα 100 μ. και υπάρχει κίνδυνος να εισχωρήσουν υφάλμυρα νερά, οπότε θα έχει συντελεσθεί πράγματι ανεπανόρθωτη περιβαλλοντική καταστροφή; Στο ίδιο άρθρο η κ. Νίκη Γουλανδρή φέρεται να υποστηρίζει ότι "τα φράγματα έχουν αποτύχει αφού ακόμη και αυτό του Ασουάν έχει προκαλέσει τεράστια οικολογική καταστροφή". Μα για όνομα Θεού, τι σχέση έχουν τα δικά μας ποτάμια με το Νείλο; Oι επικριτές του Ασουάν αναφέρουν το γεγονός ότι έπαυσαν οι πλημμύρες που με τη λάσπη λίπαιναν τα χωράφια, ενώ σήμερα αναγκάζονται να χρησιμοποιούν χημικά λιπάσματα που είναι εχθρικά στο περιβάλλον. Ξεχνούν όμως πως σήμερα που έλειψαν οι πλημμύρες γίνονται δύο και τρεις σοδιές το χρόνο αντί μίας. Τα δικά μας ποτάμια με χειμαρρώδη ροή κατεβάζουν κροκάλες και χαλίκια και διαβρώνουν το έδαφος χωρίς να το λιπαίνουν. Ας μη γενικεύουμε άκριτα ό,τι συμβαίνει αλλού, όπου επικρατούν διαφορετικές συνθήκες βγάζοντας αυθαίρετα συμπεράσματα.
Τα φράγματα είναι πολλαπλώς ωφέλιμα. Ειδικά στην ορεινή κατά το πλείστον χώρα μας τα κατακλυζόμενα από τα νερά εδάφη είναι κατά το πλείστον άγονες πλαγιές οι δε λίμνες που σχηματίζονται αποτελούν νέους υδροβιότοπους πού κάθε άλλο παρά επιζήμιοι στο περιβάλλον είναι. Τα νερά των χειμερινών βροχών αποταμιεύονται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν επωφελώς καθ' όλη τη διάρκεια του έτους ιδίως τα άνυδρα καλοκαίρια τόσο για παραγωγή ενέργειας όσο και για άρδευση ή ύδρευση. Πώς θα υδρεύονταν η Αθήνα χωρίς τα φράγματα του Μαραθώνα του Μόρνου και τελευταία του Εύηνου; Γιατί λοιπόν λέμε πως τα φράγματα έχουν αποτύχει; Η λίμνη Πλαστήρα του ΥΗΣ Ταυρωπού έχει μετατραπεί σε θέρετρο και συχνά εκθειάζεται το κάλλος της. Η λίμνη Κερκίνης στο Στρυμόνα συχνά εκθειάζεται σαν υδροβιότοπος. O ΥΗΣ Ταυρωπού δεν λειτουργεί όλον το χειμώνα για να εξοικονομηθεί το νερό για το καλοκαίρι οπότε λειτουργεί συνεχώς σαν μονάδα βάσης για τις αρδευτικές ανάγκες της πεδιάδας της Καρδίτσας, που με τις βαμβακοκαλλιέργειες, που έχουν σαν βάση τις αρδεύσεις, έγινε η πλουσιότερη περιοχή του θεσσαλικού κάμπου.
Μία επί πλέον ευεργετική λειτουργία των φραγμάτων είναι η αναχαίτιση των καταστρεπτικών πλημμύρων του χειμώνα που κατακλύζουν τις πεδινές εκτάσεις και διαβρώνουν το έδαφος εκεί που η ροή είναι χειμαρρώδης. Αντίθετα, με την ενίσχυση της ροής το καλοκαίρι αναβαθμίζεται το περιβάλλον αντί να υποβαθμιστεί. Με τη δυνατότητα των ΥΗΣ να λειτουργούν αποδοτικά και σαν μονάδες βάσης και όχι μόνο για την κάλυψη των αιχμών, όπως αναφέραμε παραπάνω, καλό είναι να λειτουργούν έστω και με μειωμένη ισχύ συνεχώς, για να μη μένει η κοίτη ξηρή και υποβαθμισμένη. Αυτή η παρατήρηση πρέπει να τηρείται κυρίως για το τελευταίο τμήμα του ποταμού πριν την εκβολή του στη θάλασσα. Αν εκεί μείνει το ποτάμι χωρίς ροή, με την παλιρροϊκή πλημμυρίδα η θάλασσα εισχωρεί βαθιά στην κοίτη του ποταμού προς τα ανάντη διαποτίζοντας με υφάλμυρο νερό τον υπόγειο ορίζοντα δεξιά και αριστερά της όχθης υποβαθμίζοντας τα παρόχθια χωράφια. (Περίπτωση εκβολών Αράχθου και Αχελώου.)
Όταν με τα φράγματα επιδιώκεται η εκτροπή των υδάτων σε άλλη γειτονική κοίτη, όπως είναι η περίπτωση του μελλοντικού φράγματος Βοβούσας, όπου τα νερά του Αώου εκτρέπονται με άντληση προς τον υπερκείμενο ταμιευτήρα των πηγών Αώου με τελική κατάληξη τον ΥΗΣ Χρυσοβίτσας στον Άραχθο, εκτρέπονται μόνο τα νερά των πλημμυρικών ροών του χειμώνα. Το καλοκαίρι, από τον Ιούνιο ως τον Oκτώβριο τα νερά όχι μόνο δεν εκτρέπονται από τον Αώο για να μη μείνει η κοίτη του ξηρή και υποβαθμισμένη, αλλ' αντίθετα προβλέπεται η ενίσχυση της ροής από 0,40 μ3/δλ που είναι συνήθως σε 1,20 μ3/δλ από τον ταμιευτήρα με την αντιστροφή της λειτουργίας του ΥΗΣ από αντλητικό σε παραγωγικό. Σκοπός αυτής της ενίσχυσης είναι αφενός μεν η αναβάθμιση του περιβάλλοντος αφετέρου δε η ενίσχυση της ροής για την άρδευση του κάμπου της Κόνιτσας τις φτωχές σε βροχόπτωση χρονιές. Γιατί λοιπόν αυτή η υστερία κατά των φραγμάτων;

ΜΕΡOΣ Γ΄
Πάλι στον "Ηπειρωτικό Αγώνα" της 9-3-01 δημοσιεύτηκε ένα πρωτοσέλιδο άρθρο που συνεχίζεται και στην 4η σελίδα που το υπογράφει ο Σωτήρης Αργύρης με τίτλο "39 φράγματα στο νομό!" και υπότιτλους "Υποβάθμιση ποταμών, περιβάλλοντος", "Oι ορεινές περιοχές κινδυνεύουν να χάσουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα", "Τεράστια κέρδη για τους ιδιώτες". Στο κείμενο αναφέρει πως "οι εταιρείες θα επιδοτούνται για τα υδροηλεκτρικά φράγματα από την Ε.Ε. και αυτός είναι κυρίως ο λόγος των πολλών αιτήσεων που έχουν κατατεθεί. Όμως ολόκληρη η Ήπειρος κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα απέραντο φράγμα και αυτομάτως το συγκριτικό πλεονέκτημα του φυσικού κάλλους να γίνει μειονέκτημα για όλη την περιοχή. Η αλλοίωση του τοπίου θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη κ.λπ. κ.λπ.". Αλλά παρακάτω αναφέρονται και δύο θετικές διαπιστώσεις "Το πλούσιο υδάτινο δυναμικό του νομού Ιωαννίνων αποτέλεσε το δέλεαρ των εταιρειών.." και παρακάτω "Με βάση την προβλεπόμενη ισχύ ο νομός Ιωαννίνων θα καλύπτει πάνω από το 20% της υδροηλεκτρικής ενέργειας για όλη την Ελλάδα".
Και ερωτώ τον κ. Αργύρη αλλά και το φίλτατο Ηπειρωτικό Αγώνα γενικότερα, δεν είναι αντίφαση στους αγώνες που δίκαια κάνουν για την καθυστέρηση της Ηπείρου στην ανάπτυξη, που είναι η πιο καθυστερημένη σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθυστέρηση που οφείλεται κυρίως στην ορεινή και κακοτράχαλη σύστασή της και στην απομόνωσή της από τον υπόλοιπο κορμό της χώρας με την παρεμβολή της οροσειράς της Πίνδου, όταν προβάλλονται εμπόδια στην προσπάθεια αξιοποίησης της κυριότερης πλουτοπαραγωγικής πηγής της περιοχής, που είναι το υδροδυναμικό της;
Εδώ ας μου επιτρέψουν οι ανωτέρω να τους προλάβω με την εξής παρατήρηση. Βέβαια τα υδροηλεκτρικά αποτελούν μια σημαντική πηγή ανάπτυξης, η παραγόμενη όμως ενέργεια είναι ένα προϊόν που με το δίκτυο μεταφοράς της ΔΕΗ μεταφέρεται σε όλα τα σημεία της χώρας, κυρίως δε στην υδροκέφαλη περιοχή της πρωτεύουσας χωρίς να συμβάλλει παρά ελάχιστα στην ανάπτυξη του τόπου παραγωγής. Έτσι το όφελος μεταφέρεται ληστρικά σε άλλα κέντρα ήδη ανεπτυγμένα και η συμβολή στην ανάπτυξη του τόπου παραγωγής είναι μηδενική και ανύπαρκτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να παραιτηθούμε και να παρεμβάλουμε προσκόμματα στην αξιοποίηση της πηγής που δεν παύει να είναι σημαντική για την εθνική οικονομία. Τι μέλλει, λοιπόν, γενέσθαι;
Εκείνο που έχω να παρατηρήσω όχι μόνο στον "Ηπειρωτικό Αγώνα" αλλά και σε όλα τα ΜΜΕ της Ηπείρου ακόμα και στους κατοίκους των περιοχών, όπου προγραμματίζονται υδροηλεκτρικά έργα και αντιδρούν, είναι ότι ακολουθούν λάθος τακτική στην αντιμετώπιση του προβλήματος.
Με το να προβάλλουν την αντίθεσή τους στην κατασκευή φραγμάτων δεν επιτυγχάνουν τίποτε γιατί τα επιχειρήματα που προβάλλουν ότι τα φράγματα αλλοιώνουν το περιβάλλον κ.λπ. δεν πρόκειται τελικά να εισακουσθούν. Μπορεί να κωλυσιεργήσουν για ένα διάστημα μικρό ή μεγάλο αλλά στο τέλος όλες οι ενστάσεις όσο επίμονες και μαχητικές και αν είναι θα απορριφθούν. Τα φράγματα δεν είναι ούτε επιζήμια ούτε εχθρικά στο περιβάλλον, κακά τα ψέματα..
Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Ποια είναι η ενδεδειγμένη τακτική που πρέπει ν' ακολουθήσουμε; Το θέμα δεν είναι τεχνικό ούτε οικονομικό. Είναι καθαρά πολιτικό. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια με πείσμα και μαχητικότητα όχι στο να μην αξιοποιηθεί το πλούσιο υδροδυναμικό της Ηπείρου αλλά στο ν' αποβεί αυτή η αξιοποίηση σε όφελος, στην ανάπτυξη και στην ευημερία της αδικημένης και ξεχασμένης αυτής περιοχής.
Προσφέρουμε έναν αξιόλογο πλούτο στην εθνική οικονομία. Δεν είμαστε όμως διατεθειμένοι να δεχτούμε αυτόν τον πλούτο να τον αφήσουμε να τον καρπωθούν εξ ολοκλήρου άλλοι και ημείς να μείνουμε με το δάχτυλο στο στόμα. Μας δίνεται μια μοναδική ευκαιρία ν' απαιτήσουμε δυναμικά και δικαιωματικά και όχι να απαιτήσουμε παρακλητικά το δικαίωμά μας για ανάπτυξη και ευημερία σε ίση μοίρα με τα άλλα διαμερίσματα της χώρας.
Για ν' αναπτυχθεί η Ήπειρος μόνο ένας τρόπος υπάρχει. Να υποχρεωθεί η πολιτεία να θεσπίσει κίνητρα ισχυρά και γενναία που ευνοούν την ανάπτυξη. Ένα τέτοιο κίνητρο είναι η παροχή μειωμένου κατά πολύ του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία σε μεγάλο ποσοστό, σε 50% και πλέον σε όλη την Ήπειρο για να προσελκύσει την εγκατάσταση βιομηχανιών στην περιοχή, σε αντάλλαγμα της ηλεκτρικής ενέργειας που η ίδια παράγει. Ένα άλλο κίνητρο είναι η επιχορήγηση των Δήμων και των Κοινοτήτων που βρίσκονται στην περιοχή της λεκάνης απορροής των ρευμάτων που τροφοδοτούν τα υδροηλεκτρικά, με ένα μικρό αλλά εύλογο ποσοστό της μέσης τιμής πώλησης του ηλεκτρικού ρεύματος σαν αποζημίωση για τα νερά που παρέχουν με σκοπό την ενίσχυση του προϋπολογισμού τους για την εκτέλεση έργων που θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη του τουρισμού τους, την ανάπτυξη βιοτεχνιών και την προσέλκυση για επαναπατρισμό των αποδήμων κατοίκων τους. Ας έχουμε σαν παράδειγμα το Μέτσοβο που χάρη στα έργα υποδομής που έγιναν με δαπάνες του Ιδρύματος Τοσίτσα (τυροκομείο, πριονιστήριο ξυλείας, ενίσχυση της βιοτεχνίας και του τουρισμού), είναι το μόνο ορεινό χωριό που κατόρθωσε όχι μόνο να συγκρατήσει αλλά και ν' αυξήσει τον πληθυσμό του.
Όσο για τις κοινότητες όπου διάφορες ιδιωτικές εταιρείες προγραμματίζουν εγκατάσταση μικρών υδροηλεκτρικών μέχρι 5 Μεγαβάτ, (Σιράκο, Καλαρύτες, Ματσούκι και άλλες), αντί να καταφεύγουν στην άρνηση με επιχειρήματα που δεν ευσταθούν περί υποβάθμισης του περιβάλλοντος, θα τους συμβούλευα είτε ν' αναλάβουν οι ίδιες οι Κοινότητες όπως τους δίνει ο νόμος το δικαίωμα της προτεραιότητας στην αξιοποίηση των νερών της περιοχής τους, ή να διαπραγματευθούν με τις ενδιαφερόμενες εταιρείες που διαθέτουν την οργάνωση και την τεχνογνωσία, τη συμμετοχή τους στην εταιρεία και τη συνεκμετάλλευση. Τα απαιτούμενα κεφάλαια για τη συμμετοχή στην επιχείρηση μπορούν εύκολα να βρεθούν με δανεισμό με ευνοϊκό επιτόκιο. Η διάθεση του ρεύματος στη ΔΕΗ είναι εξασφαλισμένη. Υπάρχει άλλωστε και ανάλογη επιδότηση από την Ε.Ε.
Και αυτή η Εγνατία Oδός, παρόλο που αποτελεί ένα από τα βασικότερα έργα υποδομής στη χώρα μας, αν και διασχίζει την Ήπειρο, δεν θα συμβάλει όσο θα έπρεπε στην ανάπτυξή της αν δε ληφθούν και πρόσθετα μέτρα και δεν δοθούν κίνητρα όπως εκείνα που προαναφέραμε. Κίνητρα που όπως προαναφέραμε είναι συνδεδεμένα με την αξιοποίηση του υδροδυναμικού. Ας εγκαταλείψουμε λοιπόν τη στείρα άρνηση για τα υδροηλεκτρικά που δεν οδηγεί πουθενά και ας προσπαθήσουμε να πετύχουμε ανταλλάγματα από την πολιτεία που θα συμβάλουν στην ανάπτυξη τόσο της Ηπείρου όσο και της εθνικής οικονομίας γενικότερα.
Τελειώνοντας, προτείνω στα διοικητικά όργανα του Περιφερειακού Τμήματος Ηπείρου του ΤΕΕ ν' αναλάβουν πρωτοβουλία για τη διοργάνωση μιας ή περισσοτέρων ημερίδων για να δοθεί η ευκαιρία στους εκπροσώπους των αρμοδίων φορέων, Υπουργείου Ανάπτυξης, ΥΠΕΧΩΔΕ, ΔΕΗ, ΜΜΕ κ.λπ., για διάλογο και συζήτηση πάνω στα θέματα που τίθενται με τις παραπάνω εκτεθείσες σκέψεις και απόψεις. Το υδροδυναμικό της Ηπείρου είναι αξιόλογο. Δεν περιορίζεται μόνο στον Άραχθο. Υπάρχουν πολλές ακόμα δυνατότητες για την αξιοποίηση, του Καλαμά, του Αώου, του Σαραντάπορου, καθώς και των ομόρων περιοχών της Δυτικής Μακεδονίας με το υδροδυναμικό του Βενέτικου και του Άνω Αλιάκμονα. Είναι κρίμα αυτός ο αξιόλογος πλούτος να μένει αναξιοποίητος.





 

 








Τράπεζα Πληροφοριών ΤΕΕ
Σόλωνος 53 & Σίνα, 106 - 72 Αθήνα
Τηλ. 36 71 100 - Fax 36 71 101
e-mail: webmaster@tee.gr